So Blue

(Step One: Press Play)

Θυμάμαι τις θάλασσες, πόσο με υπομονή μετρούν τους χρόνους. Στον ήλιο και στο σκοτάδι μας, το κύμα πάντα θα βρει τον τρόπο να σκάσει στην ακρογιαλιά, όπως ο Χρόνος που πάντα βρίσκει τρόπο να μας διαβρώνει.
Εκείνη όμως μένει πάντα εκεί, μια ήρεμη ερωμένη, να παίρνει τις φωνές και τα γέλια μας, τα δικά σου γέλια και βήματα στα βρεμμένα χαλίκια που έτριζαν στο πάτημά σου, καθώς γυμνόστηθη βουτούσες μέσα στον αφρό της, να σε φέρει στα χέρια μου και να σε φιλήσω.
Άραγε έτσι, πόσα μυστικά να κουβαλάει στους βυθούς της, ποια τραγούδια ν’ ακούγονται στα ναυάγια και ποια αγάπη να πνίγηκε μόνη, και πόσα κοχύλια να ξέρουν όσα το σκάφανδρο δε μπορεί να ακούσει?
Σε ποιον βυθό να αναπαύονται πάνω σε ξεραμένους, σπασμένους αχινούς τα τρελά όνειρα μου, κι η νεαρή φωνή μου που σέρνεται ακούραστη σε εκείνη την αβάσταχτη σιωπή, σαν σε λούπα να λέει το ίδιο πράγμα σε πολυφωνία?
Κάποιο πρωί θα σκάσει σε κύματα, κάθε εύθραυστη λαγνεία μου, σε κάποιο ακρογιάλι, σε κάποιον θνητό που ακούει μαγεμένος την ηρεμία του σύμπαντος, δίχως να ξέρει τι σημαίνει.

Σκάει στις 4

Inevitably, κάθε φορά που ξαπλώνω στο κρεββάτι μου, μου έρχεται αυτόματα η φωνή σου να μου λέει πόσο σου αρέσει, πόσο αναπαυτικό είναι και το πώς αφήνεις τελετουργικά το άρωμά σου στα σεντόνια μου κάθε φορά που ξαπλώνεις.

Μα, κυρίως, εκείνη τη νύχτα, που ξάπλωσες δίπλα μου και καθώς με κοιτούσες, με λυτά τα μαλλιά, άρχισες να ξεφορτώνεσαι τα ρούχα σου και να μένεις γυμνή. Και δίχως να μιλήσεις, μισοέβγαλες και τα δικά μου – με φίλησες, τόσο, κι άλλο λίγο ακόμη.
Τα σκεπάσματα ήταν βαριά, κουβέρτα στη κουβέρτα, έξω αφήνοντας το κρύο και μέσα, στη φωλιά μας, ζεστασιά.

Κι έτσι κοιμήθηκες, και έτσι θα σε σκέφτομαι τα βράδια, όταν ανάβω εκείνο το ψηλό χλωμό φως, να μου χαμογελάς και να κοιμάσαι, in your post-orgasmic haze.

Και μόνο να σε σφίγγω στην αγκαλιά μου, ανασαίνοντας στον αυχένα σου, ελπίζοντας αυτή η νύχτα να κρατούσε πάντα.

Οι Αγάπες

Ωχρά χέρια θα σβήνουν στο σύθαμπο
και θανάσιμα χείλη θα τρέμουν.

Μερικές φορές σκέφτομαι πως θα έρθει η ώρα που μόνη θα κάθομαι σε μια λυπηρή κι άσχημη πολυθρόνα να κοιτάζω την άδεια από ανθρώπους καιρό κρεββατοκάμαρα.

Είναι περίεργη η αίσθηση, να προσπαθώ να θυμηθώ κάθεμιά που άγγιξα με τα ακροδάχτυλά μου στα χίλια κρεββάτια των κάποτε καλών καιρών μου.

Το θυμούνται και εκείνες; Με θυμούνται; Ζουν; Έφυγαν; Θα γυρίσουν;

(Είναι εδώ; Είναι εκεί; […] Θα’ ρθει; Πού είναι; Η τελευταία;)

Και μιά μιά, αρωματισμένες με φτηνό λικέρ σε άσεμνο ποτήρι, θα τις δω να βγαίνουν από τους τοίχους, φαντάσματα, παιδιά μιας παλιάς ταπετσαρίας, να μου αραδιάζουν λέξεις καθώς ξαπλώνουν γυμνές όλες μαζί στο κρεββάτι μου.

(Ψέματα; Ψέματα; Παιχνίδι φιλαρέσκειας; Περιέργεια; Εγωισμός;)

Κι εσένα που φίλησα πρώτη, κι εσένα που της δόθηκα σα να πέθαινα μετά, κι εσένα, που δε ξέρω πώς σε λένε μα μοιραστήκαμε έναν θάνατο κάποιο βράδυ και κόκκινο φόρεμα φορούσες (ναι, εκείνο που οι τιράντες του γλιστρούσαν εύκολα από τους ώμους σου, να μου τους εκθέτεις για να στους φιλάω), κι εσένα που σε φαντασιώθηκα, μα ποτέ δεν ήξερες για μένα.

(Τίποτε; Τίποτε; Παιδικότητες; Ρομαντισμός; Αυταπάτη;)

Όλες καθίσατε απόψε, να σας κοιτάζω νέες και αυτάρεσκες να αγγίζετε μία μία τις όμορφες καμπύλες σας, ίσα ρίχνοντας το κεφάλι λίγο πίσω ενώ σφίγγετε το χέρι σας ανάμεσα στους μηρούς σας. Να σας κοιτάζω, το παρελθόν μου όλο, κάθε μιά που κοίταξα, και τώρα εγώ μάλλον να είμαι μεγάλη και ξεχασιάρα, να σας κοιτάζω, να χάνετε τον έλεγχό μου και να δίνετε υγρά φιλιά και με μουδιασμένα δάχτυλα η μία στην άλλη, πότε να με κοιτάτε, πότε να αργοπεθαίνετε.

Έτσι όλες θα έρθετε λυπημένες γύρω μου, από το γέρικο χέρι μου να με κουβαλήσετε στο στρώμα, και λίγο λίγο, όλες από λίγο, να μοιραστείτε μιαν ανάσα και έναν θάνατο, μάλλον τελικό.

(Eφυγε; Δε θα’ ρθει πια; Τελευταία;)

Promises

Θυμάμαι να τρέμουν τα χείλη της αντανακλαστικά καθώς δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλα της που άλλοτε γέμιζα φιλιά. Η καρδιά μου βυθιζόταν στην τρύπα που άφησε στο στομάχι η παραδοχή της πως μάταια γεμίζουμε τη ζωή μας δικαιολογίες και πως καλύτερα, λιτά, απέριττα και δίχως άλλη επιλογή, να το αφήσουμε.
Σου αξίζει κάποια άλλη, που θα σου δώσει όσα (θα ήθελα αλλά) δε μπορώ να σου δώσω. Λυπάμαι και θα έδινα τα πάντα να μπορούσα να σου δώσω όσα έχεις ανάγκη.
Μα, σ’αγαπάω!
Κι εγώ, πολύ και πάντα, γι αυτό πρέπει να σε αφήσω. Καμμιά φορά η αγάπη δεν φτάνει από μόνη της.

Και 4 μήνες μετά εσύ με ρωτάς αν θα γυρνούσα πίσω…
Μα, ομορφιά μου… Στο δάσος που το έχει λούσει βροχή, πώς να του βάλω φωτιά, μου λες;

You Only Live Twice

Ήταν τα προεόρτια του χειμώνα του ’13 όταν πλέον χαιρέτησα μια για πάντα τον παλιό μου εαυτό.
Δυστυχώς μαζί με αυτό έκοψα τα σήριαλ που έβλεπα τότε και τώρα σχεδόν 3 χρόνια μετά, αποφάσισα να τα συνεχίσω.

Είναι περίεργη η αίσθηση – λίγο σα να γυρνάς στον χρόνο πίσω, μόνο που το backdrop έχει αλλάξει και δίπλα σου δεν κάθεται η τρελλή (κλινικά) πρώην σου να χλαπακιάζει won-ton και κοτόπουλο με φασολάκια ενώ παρακολουθείς Don’t Trust The B In Apt 23  και Dead Like Me. 

Xτες το ξανάπαθες όμως, ακούγοντας εκείνο το μπιτάκι όταν άρχιζε ο εγκέφαλός σου να δέχεται περισσότερο την ηλεκτρονική μουσική (σαν μια παραδοχή ότι η δυστυχία δεν θα αλλάξει στον κόσμο αν ακούς περισσότερο ακουστικά mellow gothic rock-ish τραγούδια) καθώς περπατούσες στα Β.Π και έριχνε χιονόνερο. Η ομίχλη ήταν πυκνή και η μύτη σου κόντευε να πέσει, αλλά κατέβαινες από το Β5 (για να πας στην τρελλή πρώην σου επειδή μόλις χώρισε και oh joy σε ξαναθυμήθηκε) και στα αυτιά σου άκουγες «Butterfly is a fish». 

Διαβάζεις τα παλιά σου κείμενα, για λίγο νομίζεις ότι είσαι στο παλιό σου σπίτι, βλέπεις Ράδιο Αρβύλα και για πρωθυπουργό έχεις ακόμη τον Παπαδήμο, και για μια πολύ μικρή στιγμή νομίζεις ότι δεν άλλαξαν όλα.

Well, newsflash, darling, they did change.

Και μέχρι να τα σκεφτείς όλα αυτά, μάλλον πρέπει να δεις το επεισόδιο εξ’ αρχής γιατί -συγχαρητήρια- δε πρόσεχες ούτε λέξη.

The Big C

Είναι τρομακτικό όταν αναγνωρίζεις το πρόσωπο της αρρώστιας στους άλλους. Είχες για λίγο ξεχάσει πώς είναι, να παλεύεις μια χαμένη μάχη, που αφήνει το σώμα σου κίτρινο και μισό, για να το χαιρετίσεις σε λίγο καιρό σε ένα ξύλινο κουτί και να επιστρέψεις στη θέση σου στο Σύμπαν.

Δεν ήταν το πρόσωπο του Τάκη, του Δημήτρη, του Θάνου εκείνα προς το τέλος – ήταν πιο πολύ μια θανατηφόρα μάσκα που κάλυπταν τα χαρακτηριστικά τους και που έχωναν τα μάτια τους κι άλλο στις κόγχες τους.

It rains glitter

Καμμιά φορά όταν περπατώ στον δρόμο, νύχτα, και φυσικά έχει βρέξει, παρατηρώ την άσφαλτο καθώς περπατάω γοργά: είναι σαν να την έχεις στρώσει με γκλίττερ και σε κάθε βήμα να στραφταλίζει σαν ντισκομπάλα σε λεξοτανίλ.