Σκάει στις 4

Inevitably, κάθε φορά που ξαπλώνω στο κρεββάτι μου, μου έρχεται αυτόματα η φωνή σου να μου λέει πόσο σου αρέσει, πόσο αναπαυτικό είναι και το πώς αφήνεις τελετουργικά το άρωμά σου στα σεντόνια μου κάθε φορά που ξαπλώνεις.

Μα, κυρίως, εκείνη τη νύχτα, που ξάπλωσες δίπλα μου και καθώς με κοιτούσες, με λυτά τα μαλλιά, άρχισες να ξεφορτώνεσαι τα ρούχα σου και να μένεις γυμνή. Και δίχως να μιλήσεις, μισοέβγαλες και τα δικά μου – με φίλησες, τόσο, κι άλλο λίγο ακόμη.
Τα σκεπάσματα ήταν βαριά, κουβέρτα στη κουβέρτα, έξω αφήνοντας το κρύο και μέσα, στη φωλιά μας, ζεστασιά.

Κι έτσι κοιμήθηκες, και έτσι θα σε σκέφτομαι τα βράδια, όταν ανάβω εκείνο το ψηλό χλωμό φως, να μου χαμογελάς και να κοιμάσαι, in your post-orgasmic haze.

Και μόνο να σε σφίγγω στην αγκαλιά μου, ανασαίνοντας στον αυχένα σου, ελπίζοντας αυτή η νύχτα να κρατούσε πάντα.

«Εσύ γιατί δε μιλάς, ντρέπεσαι;»

Well, I actual suffer from anxiety, thank you for asking. /sarcasm

Λα Ματζόρε για πριόνια

Ένα αυτοκίνητο.

Μέσα στη νύχτα, δεν ακούς τίποτα παρά τον ήχο που έρχεται και φεύγει.

Το soundtrack που καρμίρω η ζωή δε σου έδωσε. Ίσως να έκανε μια εξαίρεση, ίσα ίσα για να σε μπερδέψει αν ζεις ζωή ή όνειρο. Δεν είσαι σιγουρ@.

«…I am lost in space and time…»

Μέχρι να πάρεις μιαν ανάσα, ξανά σιωπή.

Ξαφνικά, στο μυαλό σου σκοτάδι.

Σε μια μαύρη οθόνη, ο ήχος ενός αναπτήρα.

Μπουρμπουλήθρες.

Κάποιος βήχει.

Κάτι γυάλινο ακουμπά μαλακά στο μαρμαρένιο πάτωμα.

«…Standing here, looking back in time.»