The Great Escape

Στην μέθη της άνοιξης, βρέθηκαν σε έναν δρόμο ανοιχτό να οδηγούν με τα χέρια ψηλά γελώντας σαν να ήταν η τελευταία τους ημέρα στην Γη.

Γνώριζαν ότι με αυτά τα ρούχα θα ήταν στόχοι ανάμεσα στους νόμιμους ανθρώπους, κι επέλεξαν, με ένα σιωπηλό νεύμα, να ξεγυμνωθούν στον ήλιο, πετώντας τα φαρδιά πανωφόρια τους, συνεχίζοντας να οδηγούν προς τη τελευταία τους ημέρα στην Γη.

Δεν αντάλλαξαν λέξη, το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου ήταν δυνατά παίζοντας κάτι σε ματζόρε, και μετά από κάποιες ώρες έφτασαν στην άκρη της Γης.

Το κύμα πάφλαζε ήρεμο, και ο ήλιος είχε γίνει κι αυτός πια πορτοκαλί. Τα ξανθά της μαλλιά φάνταζαν σαν φωτοστέφανο καθώς με κοιτούσε ξέροντας πως ο χρόνος μας τελείωνε. Ήταν βρεγμένα, και τα μπλε μάτια της ταίριαζαν με τον βαθύ του ωκεανού, με τις βρεγμένες βλεφαρίδες της να τα πλαισιώνουν τόσο έντονα. Δεν είχε μείνει τίποτε πλέον υλικό, παρά μόνον η ακατανίκητη δίψα να πέσεις για λίγο στο νερό της θάλασσας – αυτό το βίαιο μπούκωμα στα αυτιά που άφηνε κάθε πραγματικότητα εκτός της σφαίρας μας έστω και για λίγο. Για ένα υγρό φιλί, κι ένα χαμόγελο.

Στην άκρη της Γης ξημέρωσε το τέλος, μέσα σε σειρήνες και μπλε πουκάμισα, και όταν σε κοίταξα είχες σφίξει τα χείλη σου, και κοίταζες στον ορίζοντα το πότε θα ερχόταν και σε μας το σύννεφο της βιαστικής σκόνης από τα αυτοκίνητα.

Η λεπτή άσπρη φανέλα είχε κολλήσει πάνω σου, κάνοντας ακόμα πιο έντονα τα κόκκαλα στο βρεγμένο σου στέρνο, κι ίσως αυτόματα κίνησα στο μέρος σου, σκύβοντας και κολλώντας το κεφάλι μου ανάμεσα απο τα στήθη σου, με το αυτί μου κολλημένο στην καρδιά σου, που είχα τόσο στερηθεί. Έχεις δίκιο, σε άκουσα να λες σχεδόν από μέσα σου. Δεν ξέρω πότε θα σε αγγίξω πάλι. Σφίξε με. Δειλά, κι ενώ έλυνες τα μαλλιά σου, κοιτώντας προς τον ορίζοντα και κρατώντας με σαν να ήμουν έτοιμη να σπάσω, άκουσα τη φωνή σου.

«I’m grindin’ until I’m tired
They say you ain’t grindin’ until you die
So, I’m grindin’ with my eyes wide
Lookin’ to find a way through the day»…

Το βάρος της αγκαλιάς μου σε έριξε στην ψιλή άμμο, κι έκλεισα τα μάτια μου να μή δω να σε παίρνουν μακριά από μένα, την τελευταία μου ημέρα στην Γη.

Advertisements

So Blue

(Step One: Press Play)

Θυμάμαι τις θάλασσες, πόσο με υπομονή μετρούν τους χρόνους. Στον ήλιο και στο σκοτάδι μας, το κύμα πάντα θα βρει τον τρόπο να σκάσει στην ακρογιαλιά, όπως ο Χρόνος που πάντα βρίσκει τρόπο να μας διαβρώνει.
Εκείνη όμως μένει πάντα εκεί, μια ήρεμη ερωμένη, να παίρνει τις φωνές και τα γέλια μας, τα δικά σου γέλια και βήματα στα βρεμμένα χαλίκια που έτριζαν στο πάτημά σου, καθώς γυμνόστηθη βουτούσες μέσα στον αφρό της, να σε φέρει στα χέρια μου και να σε φιλήσω.
Άραγε έτσι, πόσα μυστικά να κουβαλάει στους βυθούς της, ποια τραγούδια ν’ ακούγονται στα ναυάγια και ποια αγάπη να πνίγηκε μόνη, και πόσα κοχύλια να ξέρουν όσα το σκάφανδρο δε μπορεί να ακούσει?
Σε ποιον βυθό να αναπαύονται πάνω σε ξεραμένους, σπασμένους αχινούς τα τρελά όνειρα μου, κι η νεαρή φωνή μου που σέρνεται ακούραστη σε εκείνη την αβάσταχτη σιωπή, σαν σε λούπα να λέει το ίδιο πράγμα σε πολυφωνία?
Κάποιο πρωί θα σκάσει σε κύματα, κάθε εύθραυστη λαγνεία μου, σε κάποιο ακρογιάλι, σε κάποιον θνητό που ακούει μαγεμένος την ηρεμία του σύμπαντος, δίχως να ξέρει τι σημαίνει.

Σκάει στις 4

Inevitably, κάθε φορά που ξαπλώνω στο κρεββάτι μου, μου έρχεται αυτόματα η φωνή σου να μου λέει πόσο σου αρέσει, πόσο αναπαυτικό είναι και το πώς αφήνεις τελετουργικά το άρωμά σου στα σεντόνια μου κάθε φορά που ξαπλώνεις.

Μα, κυρίως, εκείνη τη νύχτα, που ξάπλωσες δίπλα μου και καθώς με κοιτούσες, με λυτά τα μαλλιά, άρχισες να ξεφορτώνεσαι τα ρούχα σου και να μένεις γυμνή. Και δίχως να μιλήσεις, μισοέβγαλες και τα δικά μου – με φίλησες, τόσο, κι άλλο λίγο ακόμη.
Τα σκεπάσματα ήταν βαριά, κουβέρτα στη κουβέρτα, έξω αφήνοντας το κρύο και μέσα, στη φωλιά μας, ζεστασιά.

Κι έτσι κοιμήθηκες, και έτσι θα σε σκέφτομαι τα βράδια, όταν ανάβω εκείνο το ψηλό χλωμό φως, να μου χαμογελάς και να κοιμάσαι, in your post-orgasmic haze.

Και μόνο να σε σφίγγω στην αγκαλιά μου, ανασαίνοντας στον αυχένα σου, ελπίζοντας αυτή η νύχτα να κρατούσε πάντα.

Λα Ματζόρε για πριόνια

Ένα αυτοκίνητο.

Μέσα στη νύχτα, δεν ακούς τίποτα παρά τον ήχο που έρχεται και φεύγει.

Το soundtrack που καρμίρω η ζωή δε σου έδωσε. Ίσως να έκανε μια εξαίρεση, ίσα ίσα για να σε μπερδέψει αν ζεις ζωή ή όνειρο. Δεν είσαι σιγουρ@.

«…I am lost in space and time…»

Μέχρι να πάρεις μιαν ανάσα, ξανά σιωπή.

Ξαφνικά, στο μυαλό σου σκοτάδι.

Σε μια μαύρη οθόνη, ο ήχος ενός αναπτήρα.

Μπουρμπουλήθρες.

Κάποιος βήχει.

Κάτι γυάλινο ακουμπά μαλακά στο μαρμαρένιο πάτωμα.

«…Standing here, looking back in time.»

Οι Αγάπες

Ωχρά χέρια θα σβήνουν στο σύθαμπο
και θανάσιμα χείλη θα τρέμουν.

Μερικές φορές σκέφτομαι πως θα έρθει η ώρα που μόνη θα κάθομαι σε μια λυπηρή κι άσχημη πολυθρόνα να κοιτάζω την άδεια από ανθρώπους καιρό κρεββατοκάμαρα.

Είναι περίεργη η αίσθηση, να προσπαθώ να θυμηθώ κάθεμιά που άγγιξα με τα ακροδάχτυλά μου στα χίλια κρεββάτια των κάποτε καλών καιρών μου.

Το θυμούνται και εκείνες; Με θυμούνται; Ζουν; Έφυγαν; Θα γυρίσουν;

(Είναι εδώ; Είναι εκεί; […] Θα’ ρθει; Πού είναι; Η τελευταία;)

Και μιά μιά, αρωματισμένες με φτηνό λικέρ σε άσεμνο ποτήρι, θα τις δω να βγαίνουν από τους τοίχους, φαντάσματα, παιδιά μιας παλιάς ταπετσαρίας, να μου αραδιάζουν λέξεις καθώς ξαπλώνουν γυμνές όλες μαζί στο κρεββάτι μου.

(Ψέματα; Ψέματα; Παιχνίδι φιλαρέσκειας; Περιέργεια; Εγωισμός;)

Κι εσένα που φίλησα πρώτη, κι εσένα που της δόθηκα σα να πέθαινα μετά, κι εσένα, που δε ξέρω πώς σε λένε μα μοιραστήκαμε έναν θάνατο κάποιο βράδυ και κόκκινο φόρεμα φορούσες (ναι, εκείνο που οι τιράντες του γλιστρούσαν εύκολα από τους ώμους σου, να μου τους εκθέτεις για να στους φιλάω), κι εσένα που σε φαντασιώθηκα, μα ποτέ δεν ήξερες για μένα.

(Τίποτε; Τίποτε; Παιδικότητες; Ρομαντισμός; Αυταπάτη;)

Όλες καθίσατε απόψε, να σας κοιτάζω νέες και αυτάρεσκες να αγγίζετε μία μία τις όμορφες καμπύλες σας, ίσα ρίχνοντας το κεφάλι λίγο πίσω ενώ σφίγγετε το χέρι σας ανάμεσα στους μηρούς σας. Να σας κοιτάζω, το παρελθόν μου όλο, κάθε μιά που κοίταξα, και τώρα εγώ μάλλον να είμαι μεγάλη και ξεχασιάρα, να σας κοιτάζω, να χάνετε τον έλεγχό μου και να δίνετε υγρά φιλιά και με μουδιασμένα δάχτυλα η μία στην άλλη, πότε να με κοιτάτε, πότε να αργοπεθαίνετε.

Έτσι όλες θα έρθετε λυπημένες γύρω μου, από το γέρικο χέρι μου να με κουβαλήσετε στο στρώμα, και λίγο λίγο, όλες από λίγο, να μοιραστείτε μιαν ανάσα και έναν θάνατο, μάλλον τελικό.

(Eφυγε; Δε θα’ ρθει πια; Τελευταία;)

Promises

Θυμάμαι να τρέμουν τα χείλη της αντανακλαστικά καθώς δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλα της που άλλοτε γέμιζα φιλιά. Η καρδιά μου βυθιζόταν στην τρύπα που άφησε στο στομάχι η παραδοχή της πως μάταια γεμίζουμε τη ζωή μας δικαιολογίες και πως καλύτερα, λιτά, απέριττα και δίχως άλλη επιλογή, να το αφήσουμε.
Σου αξίζει κάποια άλλη, που θα σου δώσει όσα (θα ήθελα αλλά) δε μπορώ να σου δώσω. Λυπάμαι και θα έδινα τα πάντα να μπορούσα να σου δώσω όσα έχεις ανάγκη.
Μα, σ’αγαπάω!
Κι εγώ, πολύ και πάντα, γι αυτό πρέπει να σε αφήσω. Καμμιά φορά η αγάπη δεν φτάνει από μόνη της.

Και 4 μήνες μετά εσύ με ρωτάς αν θα γυρνούσα πίσω…
Μα, ομορφιά μου… Στο δάσος που το έχει λούσει βροχή, πώς να του βάλω φωτιά, μου λες;